Κάθε αναρχικός που ασχολείται με την διάδοση των ιδεών μας έχει βρεθεί αντιμέτωπος με την συνήθη διαφωνία: “ποιός θα ελέγχει τους εγκληματίες σε μια αναρχική κοινωνία;”
Στο μυαλό μου η ανησυχία αυτή είναι υπερβολική μιας και η παραβατικότητα είναι ένα φαινόμενο ελάχιστης σημασίας συγκρινόμενο με το μέγεθος των διαρκών και γενικών κοινωνικών ανισοτήτων. Και κανείς δεν μπορεί να πιστέψει στην αυτόματη εξαφάνιση τους ως συνέπεια της αύξησης στην υλική ευμάρεια και την παιδεία, χωρίς να αναφερθώ καν στις εξελίξεις της παιδαγωγικής και της ιατρικής. Όσο αισιόδοξες και αν είναι οι ελπίδες μας όμως, και το μέλλον ρόδινο, παραμένει ως δεδομένο ότι η παραβατικότητα και ο φόβος του εγκλήματος εμποδίζουν σήμερα τις αρμονικές κοινωνικές σχέσεις, και σίγουρα τα φαινόμενα αυτά δεν θα εξαφανιστούν από την μια στιγμή στην άλλη μετά από την επανάσταση, όσο ριζοσπαστική και καθολική και αν αποδειχτεί αυτή. Θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν την αιτία για την αναστάτωση και την αποσύνθεση μιας κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων, όπως ακριβώς ένας ασήμαντος κόκκος άμμου μπορεί να σταματήσει το τελειότερο μηχάνημα. Αξίζει τον κόπο και είναι πράγματι απαραίτητο όπως οι αναρχικοί προβληματιστούν με τις λεπτομέρειες αυτού του προβλήματος πε
ρισσότερο από όσο προβληματίζονται συνήθως, όχι μόνο για να μπορούν να απαντούν καλύτερα στην συνηθισμένη “διαφωνία”, αλλά και για να εκτεθούν και οι ίδιοι σε δυσάρεστες εκπλήξεις και επικίνδυνες αντιφάσεις. Φυσικά τα εγκλήματα στα οποία αναφερόμαστε είναι αντικοινωνικές πράξεις. Με άλλα λόγια τα εγκλήματα εκείνα που προσβάλλουν τα ανθρώπινα αισθήματα και περιορίζουν το δικαίωμα των άλλων στην ισότητα στην ελευθερία, και όχι οι πολλές πράξεις που τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα μόνο και μόνο επειδή πλήττουν τα προνόμια των κυρίαρχων τάξεων. Το έγκλημα, κατά την γνώμη μας, είναι η μοναδική πράξη που τείνει στην συνειδητή αύξηση της ανθρώπινης καταπίεσης, είναι η παραβίαση του δικαιώματος όλων στην ισότιμη ελευθερία και την μεγαλύτερη δυνατή απόλαυση της υλικής και ηθικής ευτυχίας. Ξέρουμε ότι έχοντας πλέον ορίσει την παραβατικότητα, είναι πάντα δύσκολο σε όσους αποδέχονται τον ορισμό, να καθορίσουν με σαφήνεια τις πράξεις που είναι πράγματι εγκληματικές και εκείνες που δεν είναι. Και αυτό γιατί οι απόψεις των ανθρώπων διαφέρουν ως προς το τι προκαλεί την συμφορά ή την ευτυχία, τι είναι καλό και τι κακό, εκτός από εκείνα τα τερατώδη εγκλήματα που προσβάλλουν τα θεμελιώδη ανθρώπινα αισθήματα και είναι κατά συνέπεια καθολικά καταδικαστέα . Φαντάζομαι ότι κανείς δεν είναι προετοιμασμένος, θεωρητικά έστω, να αρνηθεί ότι η ελευθερία κατανοητή μέσα από το πρίσμα της αμοιβαιότητας, αποτελεί την βασική προϋπόθεση οποιουδήποτε πολιτισμού, οποιασδήποτε “ανθρωπότητας”, και ότι μόνο η αναρχία εκφράζει την λογική και ολική πραγματοποίηση της. Βάση αυτής της υπόθεσης, δεν εγκληματεί ενάντια στην φύση ή ως συνέπεια κάποιου μεταφυσικού νόμου, αλλά ενάντια στους συνανθρώπους του μιας και πρόκειται για τα συμφέροντα και τα αισθήματα των άλλων που έχουν προσβληθεί – από οποιονδήποτε προσβάλλει την ισότιμη ελευθερία των άλλων. Και εφόσον υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι είμαστε υποχρεωμένοι να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας. Η απαραίτητη αυτή άμυνα εναντίον όσων δεν παραβιάζουν το status quo αλλά τα βαθύτερα αισθήματα που διακρίνουν τους ανθρώπους από τα κτήνη, είναι ένα από τα προσχήματα που χρησιμοποιεί η εξουσία προκειμένου να δικαιολογήσει την ύπαρξη της. Οφείλει κανείς να εξαφανίσει όλα τα κοινωνικά αίτια που οδηγούν στο έγκλημα, οφείλει επίσης να αναπτύξει τα ανθρώπινα αισθήματα της αδελφοσύνης και του αμοιβαίου σεβασμού, και οφείλει ακόμη, όπως το θέτει και ο Fourier, να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις αντί του εγκλήματος. Αλλά εάν, και εφόσον, υπάρχουν ακόμη εγκληματίες, είτε θα είναι οι άνθρωποι που θα βρουν τα μέσα και την ενέργεια να αμυνθούν οι ίδιοι άμεσα εναντίον τους, είτε η αστυνομία και οι δικαστικές αρχές θα επανεμφανιστούν, και μαζί με αυτές και οι κυβερνήσεις. Η λύση του προβλήματος δεν έγκειται στην άρνηση της ύπαρξης του. Θα μπορούσε κάποιος, και δικαιολογημένα, να φοβάται ότι η απαραίτητη αυτή άμυνα ενάντια στο έγκλημα θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή και το πρόσχημα για ένα νέο σύστημα καταπίεσης και προνομίων. Η αποστολή των αναρχικών δεν είναι άλλη από την διασφάλιση ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Αναζητώντας τα αίτια κάθε εγκλήματος και καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια να τα αφανίσει, καθιστώντας αδύνατο κάθε προσωπικό όφελος από την ανίχνευση του εγκλήματος, και επιτρέποντας στα ενδιαφερόμενα μέρη να λάβουν όποια μέτρα κρίνουν απαραίτητα για την υπεράσπιση τους, εξοικειώνοντας τους εαυτούς τους με την αντίληψη ότι οι εγκληματίες είναι αδέλφια μας που έχουν παραστρατήσει, και όπως οι άρρωστοι, χρειάζονται αγάπη και φροντίδα, με τον ίδιο τρόπο που θα φρόντιζαν κάποιον που φοβάται το νερό ή κάποιον επικίνδυνο παράφρονα – θα ήταν δυνατό να συμφιλιωθεί η απόλυτη ελευθερία όλων με την άμυνα από εκείνους που προφανώς και επικίνδυνα την απειλούν. Σαφώς και αυτό είναι δυνατό. Όταν το έγκλημα περιοριστεί σε σποραδικές, ατομικές και πραγματικά παθολογικές περιπτώσεις. Αν ήταν γεγονός ότι οι εγκληματίες ήταν πολλοί και ισχυροί. Αν, για παράδειγμα, ήταν ότι είναι η αστική τάξη και ο φασισμός σήμερα [1922], τότε δεν πρόκειται για ζήτημα συζήτησης το τι θα κάνουμε σε μια αναρχική κοινωνία. Με την ανάπτυξη του πολιτισμού και των κοινωνικών σχέσεων, με την αυξανόμενη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης αλληλεγγύης που ενώνει όλη την ανθρωπότητα, με την ανάπτυξη της ευφυίας και της καλλιέργειας των αισθημάτων, θα προκύψει σίγουρα και η αντίστοιχη ανάπτυξη των κοινωνικών ευθυνών, και πολλές πράξεις που θεωρούνταν αυστηρά ατομικά δικαιώματα και ανεξάρτητες από οποιονδήποτε συλλογικό έλεγχο, θα αποτελέσουν θέμα συζήτησης. Πράγματι αυτό συμβαίνει ήδη, θέματα που απασχολούν τους πάντες, και για αυτό πρέπει να υλοποιηθούν με γνώμονα το γενικό συμφέρον. Για παράδειγμα, ακόμα και στις ημέρες μας, οι γονείς δεν έχουν δικαίωμα να κρατούν τα παιδιά τους στην άγνοια και να τα μεγαλώνουν με τρόπο επικίνδυνο για την ανάπτυξη τους και την μελλοντική τους ευτυχία. Κανείς δεν μπορεί να ζει σε άθλιες συνθήκες αδιαφορώντας για τους κανόνες της υγιεινής που θα μπορούσαν να βλάψουν την υγεία των άλλων, και κανείς δεν μπορεί να είναι φορέας μεταδοτικής ασθένειας και να μην την θεραπεύσει. Σε μια μελλοντική κοινωνία θα θεωρείται καθήκον του καθενός η αναζήτηση της διασφάλισης του καλού όλων, όπως και θα θεωρείται κατακριτέο αν υπάρχουν λόγοι να πιστεύει ότι οι απόγονοι του θα είναι άρρωστοι και δυστυχισμένοι.
Όμως αυτή η αίσθηση ευθύνης προς τους άλλους, και εκείνων προς εμάς, πρέπει, σύμφωνα με τις κοινωνικές έννοιες στις οποίες συμφωνούμε, να αναπτυχθεί χωρίς την παραμικρή εξωτερική ποινή, παρά μόνο με την εκτίμηση ή την απόρριψη των συμπολιτών μας. Ο σεβασμός και η επιθυμία για την ευημερία των άλλων, πρέπει να εισαχθούν στα έθιμα μας, και να εκδηλωθούν όχι ως καθήκοντα, αλλά ως η φυσιολογική ικανοποίηση των κοινωνικών μας ενστίκτων. Υπάρχουν εκείνοι που θα βελτίωναν την ηθική των ανθρώπων με την βία, που θα ήθελαν να εισάγουν ένα ακόμη άρθρο στον ποινικό κώδικα για κάθε πιθανή ανθρώπινη πράξη, που θα τοποθετούσαν έναν χωροφύλακα δίπλα από κάθε γαμήλιο κρεβάτι και κάθε τραπεζαρία. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι όταν δεν διαθέτουν τις δυνατότητες επιβολής των ιδεών τους καταφέρνουν μόνο να γελοιοποιούν τα καλύτερα πράγματα. Και αν διαθέτουν την ισχύ των εντολών, θα καταστήσουν ότι είναι καλό μισητό, προκαλώντας την αντίδραση όλων. Για εμάς η τήρηση των κοινωνικών μας υποχρεώσεων πρέπει να είναι εθελοντική πράξη, και να έχει κανείς το δικαίωμα να παρέμβει με υλική δύναμη μόνο εναντίον εκείνων που προσβάλλουν άλλους , εμποδίζοντας τους από το να ζήσουν ειρηνικά. Η βία, ο φυσικός περιορισμός, πρέπει να χρησιμοποιηθεί μόνο ενάντια σε βίαιες επιθέσεις και για κανέναν άλλο λόγο πέρα από εκείνον της αυτοάμυνας.. Ποιός θα το κρίνει αυτό όμως; Ποιός θα παρέχει την απαραίτητη άμυνα; Ποιός θα καθορίσει τα μέτρα περιορισμού;
Όμως αυτή η αίσθηση ευθύνης προς τους άλλους, και εκείνων προς εμάς, πρέπει, σύμφωνα με τις κοινωνικές έννοιες στις οποίες συμφωνούμε, να αναπτυχθεί χωρίς την παραμικρή εξωτερική ποινή, παρά μόνο με την εκτίμηση ή την απόρριψη των συμπολιτών μας. Ο σεβασμός και η επιθυμία για την ευημερία των άλλων, πρέπει να εισαχθούν στα έθιμα μας, και να εκδηλωθούν όχι ως καθήκοντα, αλλά ως η φυσιολογική ικανοποίηση των κοινωνικών μας ενστίκτων. Υπάρχουν εκείνοι που θα βελτίωναν την ηθική των ανθρώπων με την βία, που θα ήθελαν να εισάγουν ένα ακόμη άρθρο στον ποινικό κώδικα για κάθε πιθανή ανθρώπινη πράξη, που θα τοποθετούσαν έναν χωροφύλακα δίπλα από κάθε γαμήλιο κρεβάτι και κάθε τραπεζαρία. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι όταν δεν διαθέτουν τις δυνατότητες επιβολής των ιδεών τους καταφέρνουν μόνο να γελοιοποιούν τα καλύτερα πράγματα. Και αν διαθέτουν την ισχύ των εντολών, θα καταστήσουν ότι είναι καλό μισητό, προκαλώντας την αντίδραση όλων. Για εμάς η τήρηση των κοινωνικών μας υποχρεώσεων πρέπει να είναι εθελοντική πράξη, και να έχει κανείς το δικαίωμα να παρέμβει με υλική δύναμη μόνο εναντίον εκείνων που προσβάλλουν άλλους , εμποδίζοντας τους από το να ζήσουν ειρηνικά. Η βία, ο φυσικός περιορισμός, πρέπει να χρησιμοποιηθεί μόνο ενάντια σε βίαιες επιθέσεις και για κανέναν άλλο λόγο πέρα από εκείνον της αυτοάμυνας.. Ποιός θα το κρίνει αυτό όμως; Ποιός θα παρέχει την απαραίτητη άμυνα; Ποιός θα καθορίσει τα μέτρα περιορισμού;