Όταν μου έλεγαν οι μεγάλοι να τους φέρω κάτι ή να κάνω καμιά αγγαρεία τους έλεγα πως βαριέμαι. Ακολουθούσε συνήθως ένα είσαι τεμπέλα. Σπάνια από κάποιου είδους χιούμορ, συνήθως από εκνευρισμό. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί θεωρούσαν εμένα τεμπέλα ενώ αυτοί ήταν που βαριόνταν να σηκωθούν. Αν και υπερβολικοί σκεφτόμουν τότε, τους πίστευα πάραυτα. Η τεμπελιά ήταν κάτι κακό. Άκουγα σχεδόν πάντα και διάφορες ιστορίες που κάποια φίλη τους είχε παντρευτεί ένα τεμπελχανά που ήταν και τζογαδόρος ή κάποια που είχε ένα τεμπελόσκυλό για παιδί. Ήταν πολύ κακό να είσαι τεμπέλης. Εκτός από τα καλοκαίρια. Εκεί μπορούσες να τεμπελιάζεις χωρίς τύψεις.
Όταν έγινα και εγώ μεγάλη σαν κι αυτούς που μου τα έμαθαν όλα αυτά ξεκίνησα να κάνω αυτό που έπρεπε. Αλλά κάτι περίεργο συνέβαινε, όσο περισσότερο δούλευα τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη να τεμπελιάσω. Τώρα πια δε μου φαίνονταν καν υπερβολικοί, τώρα μου φαίνονταν υποκριτές. Πήραν την τεμπελιά και τη γέμισαν με τύψεις.
Αν δε δούλευα θα διάβαζα περισσότερα βιβλία, θα έβγαινα για πρωινές βόλτες και μπορεί να ένιωθα και την ανάγκη να ζωγραφίσω λίγο πιο πολύ, να γράψω λίγο πιο πολύ, να χορέψω λίγο πιο πολύ. Όλοι αυτοί που κάποτε είπαν ‘αν δε δούλευες κάποια στιγμή θα βαριόσουν’ είναι πολύ διαφορετικοί άνθρωποι από μένα, δεν εξηγείται.
Εμένα μου αρέσει να ξυπνάω ότι ώρα θέλω, να χουζουρεύω στο κρεβάτι, να εργάζομαι