Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Η γειτονιά

Σάββατο μεσημεράκι και γυρνάω σπίτι. Αν και η ζέστη αφόρητη, μ’ αρέσει να βολτάρω στα στενά της γειτονιάς μου. Έχει μια ομορφιά, μια γραφικότητα, λίγο ξεχασμένη στο χθες. Νοιώθεις την αίσθηση της “γειτονιάς” σε κάθε σου βήμα, σε κάθε σου ανάσα, σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Αθήνας ή του Πειραιά.

Λίγο πριν φτάσω σπίτι ακούγονται πίσω μου φωνές. Φωνές που προτρέπουν κάποιον να μην κάνει κάτι. Πάγωσα. Δέν ήθελα να πιστέψω ότι αυτό που πέρασε από το μυαλό μου, ακούγοντας αυτές τις φωνές, συνέβαινε στ’ αλήθεια. Γύρισα και όσο και αν ευχόμουν να ήταν ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης, δυστυχώς ήταν αλήθεια.

Μια γυναίκα στην ταράτσα ενός τριώροφου κτηρίου έτοιμη να βουτήξει στο κενό. Οι θαμώνες απ’ το ταβερνάκι την προέτρεπαν για το αντίθετο. Μη ξέροντας τι να κάνω και πλημμυρισμένος από φόβο πήγα και ‘γω κοντά τους. Τα συναισθήματα εκείνη τη στιγμή πολλά και αντιφατικά, οι εικόνες που περνάγανε από το μυαλό μου χιλιάδες. Όλες εκείνες οι αυτοκτονίες, για τις οποίες είχα διαβάσει ή ακούσει, ο τρόμος μου όμως μεγαλύτερος τώρα. Τώρα είμαι παρών σε μια τέτοια κατάσταση, σε μια τέτοια απόπειρα. Από την άλλη έβλεπα
όλους αυτούς που προσπαθούσαν να την πείσουν να μην κάνει αυτό που σκεφτόταν και μια ελπίδα φτερούγισε μέσα μου. Δεν ξέρω ακριβώς για ποιο πράμα, αλλά ένοιωθα μια ελπίδα. Ίσως για το ότι δεν έχει χαθεί και το τελευταίο ίχνος ενδιαφέροντος, αλληλεγγύης, νοιαξίματος, σεβασμού προς τον συνάνθρωπό μας; Δεν ξέρω ακριβώς αλλά έτσι ένοιωσα.

Ξαφνικά πίσω από τη γυναίκα εμφανίστηκε ένα ζευγάρι κάπου στα 60 και τελευταία στιγμή την πιάσανε και την τραβήξανε μακριά από το κενό. Η ικανοποίηση ήταν έκδηλη, αλλά δεν κράτησε για πολύ, τουλάχιστον για ‘μένα.

Ο “κύριος” που είχε τραβήξει την γυναίκα, και που αργότερα έμαθα πως ήταν αδελφός της, αφού την απομάκρυνε από το κενο την χαστούκισε τόσο δυνατά που ο ήχος από το χαστούκι ακούστηκε σαν να ήταν δίπλα μου. Αμέσως του φώναξα και ρωτώντας τον τι είναι αυτά που κάνει και πως είναι δυνατόν να χτυπάει μια γυναίκα σε τέτοια κατάσταση, αυτό έμεινε να με κοιτάει θυμωμένα ενώ η “κυρία” που ήταν μαζί του μου είπε με ύφος να κοιτάω τη δουλειά μου.

Κοίταξα τριγύρω μου. Κανείς δεν είπε τίποτα. Κανείς δεν πήρε θέση για ότι είχε μόλις συμβεί. Οι θαμώνες γυρίσανε στο ταβερνάκι, με ύφος κάποιου που μόλις είχε βγάλει εις πέρας μια δύσκολη αποστολή και απλά περίμενε να του απονείμουν τα εύσημα.

Εδώ μιλάμε για τα αυτονόητα όμως. Έμεινα να κοιτώ αποσβολωμένος χωρίς να μπορώ να πιστέψω την ανοχή αλλά και την συγκάλυψη τους σε ότι είχε συμβεί. Τι ελπίδα και αηδίες σκέφτηκα. Απλά το τομάρι τους και μην τυχόν και πέσει εκείνη η γυναίκα και λερώσει το δρόμο. Αυτό εγώ το λέω υποκρισία. Ναι μεν να μην πηδήξει στο κενό, αλλά ο άλλος μπορεί να την σκοτώσει στο ξύλο αν θέλει.

Τελικά τι κοινωνία θέλουμε;

Και ας μην ξεχνάμε ότι η κοινωνία δεν είναι κάτι αόριστο. Είμαι εγώ, είσαι εσύ, είμαστε όλοι μας.



Υ.Γ. Όσο για την γειτονιά μου, οι εικόνες που περιέγραψα στην αρχή δεν πρόκειται ποτέ να σβήσουν από μέσα μου, πάντα θα με ακολουθούν. Γνωρίζω όμως πολύ καλά πως μια γειτονιά δεν την χαρακτηρίζουν μόνο τα κτήρια ή οτιδήποτε άλλο, αλλά κυρίως οι άνθρωποι που την απαρτίζουν.

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου