Σάββατο μεσημεράκι και γυρνάω σπίτι. Αν και η ζέστη αφόρητη, μ’ αρέσει να βολτάρω στα στενά της γειτονιάς μου. Έχει μια ομορφιά, μια γραφικότητα, λίγο ξεχασμένη στο χθες. Νοιώθεις την αίσθηση της “γειτονιάς” σε κάθε σου βήμα, σε κάθε σου ανάσα, σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Αθήνας ή του Πειραιά.
Λίγο πριν φτάσω σπίτι ακούγονται πίσω μου φωνές. Φωνές που προτρέπουν κάποιον να μην κάνει κάτι. Πάγωσα. Δέν ήθελα να πιστέψω ότι αυτό που πέρασε από το μυαλό μου, ακούγοντας αυτές τις φωνές, συνέβαινε στ’ αλήθεια. Γύρισα και όσο και αν ευχόμουν να ήταν ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης, δυστυχώς ήταν αλήθεια.
Μια γυναίκα στην ταράτσα ενός τριώροφου κτηρίου έτοιμη να βουτήξει στο κενό. Οι θαμώνες απ’ το ταβερνάκι την προέτρεπαν για το αντίθετο. Μη ξέροντας τι να κάνω και πλημμυρισμένος από φόβο πήγα και ‘γω κοντά τους. Τα συναισθήματα εκείνη τη στιγμή πολλά και αντιφατικά, οι εικόνες που περνάγανε από το μυαλό μου χιλιάδες. Όλες εκείνες οι αυτοκτονίες, για τις οποίες είχα διαβάσει ή ακούσει, ο τρόμος μου όμως μεγαλύτερος τώρα. Τώρα είμαι παρών σε μια τέτοια κατάσταση, σε μια τέτοια απόπειρα. Από την άλλη έβλεπα
Λίγο πριν φτάσω σπίτι ακούγονται πίσω μου φωνές. Φωνές που προτρέπουν κάποιον να μην κάνει κάτι. Πάγωσα. Δέν ήθελα να πιστέψω ότι αυτό που πέρασε από το μυαλό μου, ακούγοντας αυτές τις φωνές, συνέβαινε στ’ αλήθεια. Γύρισα και όσο και αν ευχόμουν να ήταν ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης, δυστυχώς ήταν αλήθεια.
Μια γυναίκα στην ταράτσα ενός τριώροφου κτηρίου έτοιμη να βουτήξει στο κενό. Οι θαμώνες απ’ το ταβερνάκι την προέτρεπαν για το αντίθετο. Μη ξέροντας τι να κάνω και πλημμυρισμένος από φόβο πήγα και ‘γω κοντά τους. Τα συναισθήματα εκείνη τη στιγμή πολλά και αντιφατικά, οι εικόνες που περνάγανε από το μυαλό μου χιλιάδες. Όλες εκείνες οι αυτοκτονίες, για τις οποίες είχα διαβάσει ή ακούσει, ο τρόμος μου όμως μεγαλύτερος τώρα. Τώρα είμαι παρών σε μια τέτοια κατάσταση, σε μια τέτοια απόπειρα. Από την άλλη έβλεπα

