«Νικόλας Άσιμος», αυτό ήταν το όνομα που επέλεξε ο Νικόλαος Ασημόπουλος στα 18 του χρόνια.
Το 1967, η Ελλάδα μπαίνει στο γύψο και ο Άσιμος μπαίνει στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, στο Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών. Εκεί εφευρίσκει και το όνομά του. Σε ένα κείμενο που έστειλε σε τοπική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης –επιθυμία του ήταν να γίνει δημοσιογράφος- υπογράφει για πρώτη φορά με το ψευδώνυμο Άσιμος, το οποίο στη συνέχεια καθιέρωσε ως επίσημο όνομά του.
Την κιθάρα την είχε πάντα πάνω του, όμως ποτέ δεν την διδάχτηκε. Μόνος του έμαθε, όσα έμαθε, έξω από καλούπια και κανόνες. Η αντισυμβατική-αντικαθεστωτική συμπεριφορά του, τον έφερε αρκετές φορές στα κελιά της ασφάλειας Θεσσαλονίκης, επί δικτατορίας. Πώς να υποταχθεί όμως ένας «εκ φύσεως ανυπόταχτος»; Η σύγκρουση με την κοινωνία του, σε κάθε περίοδο, αποτελούσε κομμάτι της ζωής του, ίσως και τη ζωή του ολόκληρη.
Το 1973 αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα. Οι συνεργασίες με διάφορους καλλιτέχνες στα μαγαζιά της Πλάκας, τον κάνουν, όπως ο ίδιος γράφει στο βιβλίο του «αναζητώντας κροκανθρώπους», έναν «άγνωστο – ευρύτατα γνωστό». Ωστόσο συχνά αυτές οι συνεργασίες,
