Με την συντριπτική επικράτηση των αντι-μνημονιακών κομμάτων αλλά και προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας ολοκληρώθηκαν οι χτεσινές εκλογές στην Ελλάδα. Με βάση τα τελικά αποτελέσματα, το 18,35 % του συνόλου του εκλογικού σώματος ψήφισε τη Ν.Δ., το 16,63 % τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (ο οποίος σε σύγκριση με τις βουλευτικές εκλογές του 2009 επταπλασίασε τα ποσοστά του), το 7,60 % το ΠΑ.ΣΟ.Κ (πρόκειται για την χειρότερη επίδοση της «κεντρο-αριστερής» παράταξης από την ημέρα της ίδρυσή της), το 4,65 % τους Ανεξάρτητους Έλληνες και το 4,28 % τη νεο-φασιστική Χρυσή Αυγή – που, κατά κάποιον τρόπο, αντικαθιστά την ακροδεξιά παράταξη του Γ. Καρατζαφέρη, ΛΑ.Ο.Σ, η οποία υπέστη βαριά ήττα (ποσοστό: 1,58 %) και δεν κατόρθωσε να μπει στην Βουλή λόγω του ότι απαιτούμενου ελάχιστου ορίου του 3% επί των εγκύρων ψηφοδελτίων. Περαιτέρω, το 3,87 % (του συνόλου του εκλογικού σώματος πάντα) προτίμησε την ΔΗΜ.ΑΡ., το 2,78 % το Κ.Κ.Ε. (σε ιστορικό χαμηλό) και το 3,70 % μικρότερα κόμματα που δεν κατάφεραν ν’ αγγίξουν το όριο του 3% επί των εγκύρων. Το 0,36 % των ψήφων θεωρήθηκαν άκυρες, το 0,25 % ψήφισε λευκό, ενώ η αποχή ανέρχεται στο 37,53 %. (Τα επίσημα τελικά αποτελέσματα – ψήφοι, ποσοστά επί των εγκύρων και έδρες που διαμορφώθηκαν βάσει ενός ληστρικού εκλογικού νόμου – μπορεί να τα δει κανείς στον παραπάνω πίνακα). Το δε ποσοστό της αποχής, αυξήθηκε κατά 2,43 % του εκλογικού σώματος μέσα σε μόλις 40 ημέρες, αν και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: εκλογική απεργία, διάχυτη – μη πολιτικοποιημένη δυσαρέσκεια, αδιαφορία, αδυναμία μετακίνησης ετεροδημοτών λόγω οικονομικής δυσπραγίας κλπ.
Από χθες το βράδυ έχουμε βομβαρδιστεί από πολιτικές και εκλογικές αναλύσεις εκ μέρους πολιτικών, δημοσιογράφων και δημοσκόπων – αναλύσεις οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν από πολιτικάντηκες και διαστρεβλωτικές έως απλώς ανόητες. Συνεπώς, θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τόσο το εκλογικό αποτέλεσμα όσο και τα πολιτικά μηνύματα που αναδεικνύονται από αυτό, άμεσα ή έμμεσα, από μια άλλη οπτική γωνία. Κι αυτό γιατί στις περισσότερες αναλύσεις, τόσο τις τηλεοπτικές όσο και αυτές που παρουσιάζουν τα υπόλοιπα καθεστωτικά Μέσα Επικοινωνίας (τύπος και ραδιόφωνο), προσπάθησαν να μας πείσουν ότι πρόκειται για μια «νίκη του Ευρώ», πως «ο λαός διάλεξε παραμονή στην Ε.Ε. και την Ευρωζώνη», «ο λαός επέλεξε τα Μνημόνια και επιθυμεί απλώς μια επαναδιαπραγμάτευση προκειμένου οι πολιτικές λιτότητας να είναι ηπιότερες», «ο λαός διάλεξε Κυβέρνηση Συνεργασίας»• αλλά ειπώθηκαν και άλλα, ακόμα χειρότερα και προκλητικά, όπως ότι «όποιος λίγες ώρες μετά το κλείσιμο της κάλπης κάνει λόγο για αποδοκιμασία των πολιτικών λιτότητας των Μνημονίων» (και της αυταρχικής επιβολής της σε μια κοινωνία που ασφυκτιά και ψυχορραγεί, συμπληρώνουμε εμείς – κάτι που φυσικά αποσιωπήθηκε από τους, κατά τα λοιπά, αμερόληπτους και ψύχραιμους τηλεμαϊντανούς κάθε είδους) «δεν σέβεται την νωπή λαϊκή ετυμηγορία»!!!
Σίγουρα οι τεχνοκράτες, οι ευρωκράτες και όλες οι συντηρητικές δυνάμεις των Βρυξελών και των ξεπουλημένων μέσων ενημέρωσης όπως η Γερμανική Bild, το Focus, το Spiegel και η Financial Times, το Βρετανικό Chanel 4 και όλοι οι σαλτιμπάγκοι Νεοφιλελεύθεροι στρουθοκαμηλιστές θα μπορούν να καυχιούνται ότι η ωμή επέμβασή τους στα εσωτερικά θέματα της χώρας έπιασε τόπο, πως η προπαγάνδα του τρόμου λειτούργησε και ο «απείθαρχος αυτός λαός» (αγαπημένη φράση των ευρωσυντηρητικών) «κατάφερε να καταστεί πειθήνιος στις εντολές των μεγαλοκαρχαριών». Μια λίγο πιο προσεκτική, όμως, ανάλυση βασισμένη στην αναγωγή των εγκύρων ψηφοδελτίων στο σύνολο του εκλογικού σώματος, μάς οδηγεί σε πολιτικά συμπεράσματα εντελώς διαφορετικά από τα προαναφερόμενα, στα οποία κατέληξαν χθες το βράδυ τα στελέχη κυρίως της Ν.Δ., του ΠΑ.ΣΟ.Κ και της ΔΗΜ.ΑΡ., αλλά και των φίλα προσκείμενων στα κόμματα αυτά δημοσιογράφων και δημοσκόπων. Έτσι, παρά τους βλακώδεις πανηγυρισμούς της μεγάλης κεντρο-ακρο-δεξιάς (πλέον) παράταξης, των Γερμανικών πολιτικών ελίτ και των απανταχού Νεοφιλελεύθερων παπαγάλων που με αίσθημα ανακούφισης καλωσόρισαν τα εκλογικά αποτελέσματα, καλό θα ήταν να γνωρίζουν πως η ΝΔ (με εξαίρεση τις εντελώς ιδιόρρυθμες εκλογές του Μαΐου 2012), κατάφερε να πάρει τα χαμηλότερα ποσοστά στην κοινοβουλευτική της διαδρομή. Το αναμφισβήτητο πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει, είναι ότι η κοινωνία δεν αντέχει και δεν θέλει πια να πειθαρχήσει στις Νεοφιλελεύθερες (μονεταριστικής εμμονής) πολιτικές λιτότητας που επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ε.Κ.Τ. και το ΔΝΤ. Είναι ξεκάθαρο πως οι πολιτικές αυτές αποδοκιμάστηκαν πλήρως: αρκεί να αθροιστούν τα ποσοστά των αντι-μνημονιακών δυνάμεων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, Κ.Κ.Ε, ΑΝ.ΕΛ, ΔΗΜ.ΑΡ. και Χ.Α. (συνολικό ποσοστό με βάση τα επίσημα αποτελέσματα: 52,08%) ενώ τα μνημονιακά κόμματα (ΝΔ, ΠΑ.ΣΟ.Κ) αγγίζουν μόλις το 41,94 (πάντα επί των εγκύρων). Βέβαια το κατά πόσο η ΔΗΜ.ΑΡ. είναι τελικά ένα κόμμα που πραγματικά αντιτίθεται στα Μνημόνια και τις επακόλουθες πολιτικές ακραίας λιτότητας, θα κριθεί και από τη στάση της τις επόμενες ώρες, ενώ, όσον αφορά τη νεοναζιστική Χ.Α., είναι χιλιοειπωμένο πως η «αντιμνημονιακή» της κατεύθυνση δεν την καθιστά ουσιαστικά αντισυστημικό κόμμα, αλλά πρόκειται για το κακοφορμισμένο μέλος του ολιγαρχικού κοινοβουλευτικού μας σώματος.
Το «αριστερό» χέρι της ντόπιας κυρίαρχης τάξης, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., φαίνεται πως κόπηκε οριστικά, με ελάχιστες ελπίδες πολιτικής επανάκαμψης, ενώ και το άλλο, το δεξιό, αυτό του μαύρου μετώπου που επιχειρήθηκε να χτιστεί με βάση τη Ν.Δ. είναι ολοφάνερα αποδυναμωμένο. Κι αυτό γιατί παρά την τεράστια συσπείρωση των συντηρητικών δυνάμεων – γεγονός που προκύπτει από τις προσχωρήσεις του τελευταίου μήνα, αφού ένα ποσοστό της τάξης του 2-3% από το συνολικό ποσοστό της Ν.Δ. οφείλεται στην συνεργασία της Δημοκρατικής Συμμαχίας της Ντόρας Μπακογιάννη, που στις εκλογές της 6ης Μαΐου άγγιξε το 2,56 % αλλά και στις διαρροές βουλευτών από το ΛΑ.Ο.Σ. το οποίο από το 2,90 % (της αναμέτρησης του προηγούμενου μήνα) έπεσε στο 1,58% (πράγμα που σημαίνει πως ένα επιπλέον ποσοστό γύρω στο 1% μετακινήθηκε επίσης προς την ΝΔ). Μάλιστα, η Νεοφιλελεύθερη συμμαχία της «Δημιουργίας Ξανά!» της «Δράσης» και της «Φιλελευθέρης Συμμαχίας» που αρχικά φαινόταν πως είχε μια δυναμική, εξαφανίστηκε προς όφελος της Ν.Δ. Η δε τελευταία εφεδρεία της κυρίαρχης τάξης, που βάσιμα εικάζουμε αυτές τις ώρες πως είναι η Δημοκρατική Αριστερά – η οποία είναι πολύ πιθανό να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με την Ν.Δ. και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. (όπως προκύπτει από τις πρώτες δηλώσεις του αρχηγού της, Φώτη Κουβέλη) – θα «καεί» πολιτικά αν στηρίξει μια κυβέρνηση που θα εφαρμόσει τα σκληρότατα – και εν τοις πράγμασι ανεφάρμοστα – μέτρα για τα οποία έχουν ήδη δεσμευτεί εγγράφως οι Σαμαράς και Βενιζέλος. Ακόμη, όμως, και αν η ΔΗΜ.ΑΡ. δεν λάβει μέρος σε κυβέρνηση συνασπισμού με Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ., οι πιθανότητες να επιβιώσει πολιτικά είναι λίγες, καθώς μεγάλο κομμάτι των ψηφοφόρων της μελλοντικά θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, δεδομένου ότι: α) όσο η κρίση βαθαίνει, τόσο οι πολιτικές του «κέντρου» και της «μετριοπάθειας» αποδυναμώνονται ενώ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας ριζοσπαστικοποιείται και, β) ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αποτελεί μια ισχυρή φωνή μέσα στην Ελληνική κοινωνία καθώς έχει κινηματική βάση, κάτι που σημαίνει ότι θεωρητικά τουλάχιστον, μπορεί σε κάποιο βαθμό να θέσει κάποια πρώτα θεμέλια για μια κοινωνική ανατροπή, σε σύγκριση με τη ΔΗΜ.ΑΡ. και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. που αποτελούν τηλεοπτικές εικόνες και έχουν από μηδενική έως αμελητέα κινηματική ισχύ.
Στο σημείο αυτό και πριν περάσουμε στην τοποθέτησή μας ως προς την κινηματική δυναμική που φαίνεται πως διαμορφώνεται στην κοινωνία, έστω και κάπως στρεβλά, αξίζει να αναφερθούμε πολύ συνοπτικά και στα υπόλοιπα κόμματα.
