Δεδομένου ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών τάσσεται υπέρ των μαζικών απελάσεων – συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει εύκολα κανείς χωρίς να χρειαστεί να προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα αφού είναι ολοφάνερο ότι στον πολιτικό λόγο κυριαρχούν οι αντι-μεταναστευτικές φωνές (άλλωστε σχεδόν όλες οι διαδικτυακές αναρτήσεις που καταπιάνονται με το θέμα αυτό, «κοσμούνται» από αρνητικά, έως και επιθετικά σχόλια), κρίνουμε αναγκαίο να θέσουμε προς συζήτηση, για μια ακόμη φορά το ζήτημα της μετανάστευσης και της σχέσης μεταξύ εγκληματικότητας και μεταναστών, αλλά και τη στάση διαφόρων φορέων της πολιτικής εξουσίας πάνω σ’ ένα τόσο λεπτό ζήτημα.
Οι στιγμές που ζούμε στην γηραιά μας Ήπειρο, τους τελευταίους μήνες είναι πραγματικά εφιαλτικές, ιδιαίτερα αν συμπεριλάβουμε μέσα σ’ όλα την άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν στην Γαλλία, του Γκιρτ Βίλντερς στην Ολλανδία και, πολύ περισσότερο, την είσοδο της Χρυσής Αυγής στην Βουλή. Δεν έφτανε η απίστευτη μεταμνημονιακή εξαθλίωση που έσπρωξε περίπου το 1/3 των Ελλήνων πολιτών κάτω από το όριο της φτώχειας (ενώ σχεδόν η πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας δυσκολεύεται αφάνταστα να τα βγάλει πέρα), ή η ακραία και βάρβαρη επίδειξη δύναμης του Κράτους σε επίπεδο καταστολής οποιασδήποτε κινηματικής προσπάθειας πήγε (ή πάει) να ξεπηδήσει, τελευταία, μας προέκυψε, μαζί με την άθλια και παραπειστική ακροδεξιά προπαγάνδα για το μεταναστευτικό, και η συζήτηση για την «εγκληματικότητα». Τα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ, μαζί με όλα τα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούν τα κυρίαρχα στρώματα (από την άκρα δεξιά – σε όλες της τις εκφάνσεις – μέχρι και την πότε συντηρητική πότε φιλελεύθερη κεντροδεξιά) πρόλαβαν να ταυτίσουν την κοινωνική και οικονομική (όπως επίσης και την αξιακή και πολιτισμική) κρίση με την «κατάρα των μεταναστών». Εκμεταλλευόμενα τους ενδόμυχους φόβους του μέσου πολίτη (τον φόβο της ανεργίας μέσω του περιβόητου «οι ξένοι μας παίρνουν τις δουλειές» και τον φόβο της εγκληματικότητας λόγω της υπερσυσσώρευσης εξαθλιωμένων μαζών στις αναπτυγμένες χώρες), κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα, αν δεν βρεθεί ο απόλυτος Διάβολος, ο απόλυτος Έλληνας δεν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχος χωνεύοντας όποια αντικοινωνική, και αντιδημοκρατική πολιτική αποφασίζεται να εφαρμοστεί (και) σε βάρος του.
Θα ήταν σωστό, φυσικά, μέσα σ’ αυτήν την βαρβαρότητα να συμπεριλάβουμε, την απο-πολιτικοποίηση και την απάθεια που συνεπάγεται την έλλειψη κινήτρων καθώς και νέων δημοκρατικών προταγμάτων που έχουν βυθίσει ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο στην αδράνεια, συμβάλλοντας έτσι στην παράλυση της δυνατότητας για ενδοσκόπηση των κοινωνιών, και στην περαιτέρω αποδυνάμωση της ικανότητάς των ν’ αμφισβητούν τον εαυτό τους. Η πολιτική φτώχεια που έχει κατακυριεύσει τις Δυτικές κοινωνίες έχει μέχρι στιγμής καταφέρει να εγκλωβίσει τον καθένα από εμάς στην ιδιωτική του σφαίρα, θεμελιώνοντας έτσι ένα ατομικιστικό lifestyle, όπου κανείς δεν ενδιαφέρεται για τίποτα περισσότερο από την προσωπική του ευημερία, η οποία ταυτίζεται με την κατανάλωση άχρηστων προϊόντων και (συν)αισθημάτων, μεταμορφωνόμενος σε τηλε-πολίτη (όλα είναι ανώδυνες εικόνες στην TV- μέρος ενός δράματος που φαίνεται πως εκτυλίσσεται «αλλού»). Υπό αυτές τις συνθήκες, το δράμα των μεταναστών χτυπά στον τοίχο της αδιαφορίας του Δυτικού ανθρώπου, ο οποίος ανησυχεί μονάχα για την δική του αγοραστική δυνατότητα. Σε περιόδους αντικειμενικής αδυναμίας για υπερκατανάλωση, δηλαδή σε περιόδους ένδειας, ο ίδιος άνθρωπος που πριν αδιαφορούσε, ακριβώς εξαιτίας της αποπολιτικοποίησής του, εύκολα (μετα)στρέφεται προς τερατώδη ιδεολογήματα: όταν αισθάνεται ότι δεν μπορεί πια να καταναλώνει ό,τι «επιθυμεί» μετονομάζει το απροσδιόριστο αυτό κενό σε «ασύμμετρη απειλή» η οποία εντοπίζεται στην παρουσία των φτωχών μεταναστών που «θα του πάρουν τη δουλειά».
Τα Ελληνικά ΜΜΕ, στην πιο ταραγμένη πολιτική περίοδο της μεταπολίτευσης, σε μια εποχή που η εξαθλίωση αρχίζει, μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο, να θυμίζει την περίοδο που ακολούθησε την κατοχή και τον αιματοβαμμένο Εμφύλιο, τις μέρες που ένα τεράστιο ποσοστό ανέργων πολιτών προσπαθεί να μεταναστεύσει με το σκεπτικό «όπου φύγει, φύγει» και ήδη αντιμετωπίζεται ρατσιστικά από τις «χώρες υποδοχής» (για τις οποίες ο μέσος Έλληνας είναι ένας τεμπέλης, χαραμοφάης και απατεώνας), φροντίζουν να παρουσιάζουν με μεγάλους τίτλους και ψεύτικη ευαισθησία, την αγωνία που τάχα περνά ο διαρκώς απειλούμενος από τους «λαθρομετανάστες» και τους «ξένους» Έλληνας πολίτης, ενώ, στα μικρά γράμματα, κάπου εκεί κοντά στα ζώδια και τις μικρές αγγελίες, γίνονται – όπως είναι και το «πολιτικά ορθό» και όπως επιτάσσει η «δημοσιογραφική δεοντολογία» – και κάποιες αναφορές στην απίστευτη βία που ασκείται από τα στρατιωτάκια της Χρυσής Αυγής εναντίον των μεταναστών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, φυσικά, η ρατσιστική προπαγάνδα του